Ασκούμενος Δικηγόρος

Εξάσκηση ως Ασκούμενος Δικηγόρος

General Information

Προκειμένου να εξασκήσει κάποιος το επάγγελμα του ως ασκούμενος δικηγόρος στην Κύπρο, απαιτείται η εγγραφή στο Μητρώο Ασκούμενων Δικηγόρων και η εξασφάλιση Πιστοποιητικού Ασκούμενου Δικηγόρου από το Ανώτατο Δικαστήριο.

Ένα πρόσωπο μπορεί να εγγραφεί στο “Μητρώο Ασκούμενων Δικηγόρων από το Νομικό Συμβούλιο, αν ικανοποιήσει το Νομικό Συμβούλιο ότι:

έχει συμπληρώσει το εικοστό πρώτο έτος της ηλικίας του ∙
είναι καλού χαρακτήρα και δεν είναι ακατάλληλο πρόσωπο για να γίνει αποδεκτό ως δικηγόρος λόγω οποιασδήποτε συμπεριφοράς που θα δικαιολογούσε το Πειθαρχικό Συμβούλιο να λάβει μέτρα εναντίον του∙
είναι πολίτης της δημοκρατίας ή πολίτης άλλου Κράτους Μέλους ή σύζυγος ή τέκνο πολίτη της Δημοκρατίας ή σύζυγος ή τέκνο άλλου Κράτους Μέλους και έχει τη συνήθη διαμονή του στη Δημοκρατία κατά τη διάρκεια της άσκησης του∙
κατέχει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα προσόντα: (i) είναι κάτοχος πτυχίου ή διπλώματος Νομικής που αποκτήθηκε με άλλο τρόπο και όχι δι ‘αλληλογραφίας από οποιοδήποτε πανεπιστήμιο της Ελλάδας ή της Τουρκίας ή (ii) είναι δικηγόρος (barrister-at law) της Αγγλίας, της Βόρειας Ιρλανδίας ή δικηγόρος (advocate) της Σκωτίας ή (iii) είναι κάτοχος πτυχίου Νομικής που αποκτήθηκε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο και όχι δι ‘αλληλογραφίας από οποιοδήποτε πανεπιστήμιο του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας ή της Ιρλανδικής Δημοκρατίας ή (iv) είναι κάτοχος τέτοιου πτυχίου ή διπλώματος Νομικής που αποκτήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο ή δι ‘αλληλογραφίας από οποιοδήποτε πανεπιστήμιο ή ίδρυμα που μπορεί από καιρό σε καιρό να καθορίζει το Νομικό Συμβούλιο με ανακοίνωση που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

Η επιστολή για την εγγραφή ως ασκούμενου δικηγόρου στο Νομικό Συμβούλιο, πρέπει να υποβληθεί, το αργότερο εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία έχει αρχίσει την εκπαίδευση σε δικηγορικό γραφείο ή στο Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας απευθείας στην αρμόδια αρχή:

Νομικό Συμβούλιο
Οδός Απελλή 1, 1403 Λευκωσία
Τηλ. +357 22 889207-5
Φαξ. +357 22 667498
Ηλ. ταχ: info@legalcouncil.org.cy
Ιστοσελίδα: http://www.legalcouncil.org.cy

  1. Να συμπληρώνεται η ανάλογη επιστολή αίτησης (σύνδεσμος στις “Σχετικές Συνδέσεις”) που υπάρχει στην ιστοσελίδα του Νομικού Συμβουλίου και να συνοδεύεται από τα ακόλουθα έγγραφα:

    αντίγραφο Πτυχίου Πανεπιστημίου αλλά να παρουσιάζεται και το πρωτότυπο για έλεγχο της γνησιότητας του. Σε περίπτωση που ο αιτητής δεν έχει ακόμα το πτυχίο, βεβαίωση από το Πανεπιστήμιο ότι έχει τελειώσει τις σπουδές του και απομένει να ορκιστεί ∙
    αντίγραφο της αναλυτικής βαθμολογίας όλων των χρόνων των σπουδών αλλά να παρουσιάζεται και το πρωτότυπο για έλεγχο της γνησιότητάς του ∙
    αντίγραφο Πολιτικής Ταυτότητας ή Διαβατηρίου (σε περίπτωση που ο αιτητής δεν είναι πολίτης της Δημοκρατίας ή υπήκοος Κράτους Μέλους της ΕΕ αλλά είναι παντρεμένος/παντρεμένη με Κύπριο υπήκοο ή υπήκοο Κράτους Μέλους της ΕΕ, πρέπει να επισυναφθεί το πιστοποιητικό γάμου)∙
    υπεύθυνη δήλωση από το δικηγορικό γραφείο που αναφέρει την ακριβή ημερομηνία έναρξης της εκπαίδευσης του κατά την οποία ο αιτητής έχει αρχίσει την εκπαίδευση του∙
    πρόσφατο πιστοποιητικό λευκού ποινικού μητρώου.

    Όταν το Νομικό Συμβούλιο πεισθεί ότι ο αιτητής διαθέτει τα προσόντα που αναφέρονται πιο πάνω, το όνομα του αιτητή καταχωρείται σε βιβλίο που τηρείται από τον Αρχιπρωτοκολλητή και το οποίο ονομάζεται “Μητρώο Ασκούμενων Δικηγόρων” και ο Αρχιπρωτοκολλητής του εκδίδει ένα Πιστοποιητικό Ασκούμενου Δικηγόρου.

Δεν υπάρχουν τέλη.

Ο αιτητής ενημερώνεται σχετικά με την απόφαση έγκρισης το αργότερο εντός ενός μηνός από την ημερομηνία κατά την οποία η αίτηση και τα συνοδευτικά έγγραφα έχουν δεόντως υποβληθεί.

Δεν εφαρμόζεται.

Προσφυγή εναντίον απόφασης της Αρμόδιας Αρχής

Οποιοδήποτε πρόσωπο έχει τη δυνατότητα να υποβάλει Προσφυγή εις το Διοικητικό Δικαστήριο εναντίον αποφάσεως, πράξεως ή παραλείψεως οποιασδήποτε αρμόδιας αρχής ή οργάνου.

Δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, Προσφυγή δύναται να ασκηθεί εντός 75 ημερών από την ημέρα δημοσίευσης της απόφασης ή της πράξης ή σε περίπτωση δημοσίευσης ή παράλειψης από την ημέρα που η πράξη ή η παράλειψη περιήλθε σε γνώση του προσφεύγοντος.

Το Διοικητικό ενεργεί ως ακυρωτικό Δικαστήριο και όχι ως Δικαστήριο ουσίας. Δηλαδή, το Διοικητικό Δικαστήριο δύναται να:

Ι. Απορρίψει την Προσφυγή

II. Ακυρώσει ολικώς ή μερικώς την προσβαλλόμενη πράξη ή παράλειψη

ΙΙΙ. Να υποχρεώσει την Αρμόδια Αρχή σε πράξη ή και λήψη κάποιου μέτρου

Μετά από μια ακυρωτική απόφαση, η διοίκηση οφείλει να επαναφέρει τα πράγματα στη θέση που ήταν πριν την έκδοση της πράξης που ακυρώθηκε.

Πληροφορίες για υποβολή Έφεσης

Εναντίον της πρωτόδικης απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου δύναται να καταχωρηθεί Έφεση μέσα σε προθεσμία 42 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης.

Ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου που εκδικάζει μια Έφεση, το επίδικο θέμα εξακολουθεί να είναι η νομιμότητα της πράξης που προσβλήθηκε με την Προσφυγή. Όμως, η επανεξέταση της νομιμότητας της πράξης γίνεται σε όση έκταση και πάνω στα  θέματα εις τα οποία τα μέρη έχουν περιορίσει με τους λόγους Έφεσης.

Η απόφαση που εκδίδεται από το Ανώτατο Δικαστήριο θεωρείται τελεσίδικη σε σχέση με το θέμα που έχει κριθεί.

Εγγεγραμμένοι ασκούμενοι δικηγόροι υποχρεούνται να συμμορφώνονται με τις πρόνοιες του περί Δικηγόρων Νόμου, όπως εκάστοτε τροποποιείται, καθώς και με τον Κώδικα Δεοντολογίας.

Οι πειθαρχικές διατάξεις του περί Δικηγόρων Νόμου (Άρθρα 15 έως 17) ισχύουν για όλους τους ασκούμενους δικηγόρους.

κάθε δικηγόρος θεωρείται λειτουργός της δικαιοσύνης και υπόκειται σε πειθαρχικές διαδικασίες ∙
το Πειθαρχικό Συμβούλιο ασκεί τον έλεγχο και πειθαρχικές αρμοδιότητες για κάθε δικηγόρο.

Αv δικηγόρoς καταδικαστεί από oπoιoδήπoτε δικαστήριο για oπoιoδήπoτε πoιvικό αδίκημα, τo οποίο, κατά τη γνώμη του Πειθαρχικού Συμβουλίου εvέχει ηθική αισχρότητα, ή αv δικηγόρoς είναι, κατά τη γνώμη του Πειθαρχικού Συμβουλίου, ένοχος επονείδιστης, δόλιας ή ασυμβίβαστης διαγωγής προς τo επάγγελμα ή αν έχει ενεργήσει ή συμπεριφερθεί κατά τρόπο που αντιβαίνει ή συγκρούεται με τις πρόνοιες των περί Δεοντολογίας των Δικηγόρων Κανονισμών, τo Πειθαρχικό Συμβούλιο μπορεί να:

vα διατάξει τη διαγραφή τoυ ονόματος τoυ δικηγόρoυ από τo Μητρώο τωv Δικηγόρων ∙
vα αναστείλει τηv άδεια άσκησης τoυ δικηγορικού επαγγέλματος τoυ δικηγόρoυ για όσο χρονικό διάστημα το Πειθαρχικό Συμβούλιο κρίνει σκόπιμο ∙
vα διατάξει τo δικηγόρo vα καταβάλει, υπό μορφή προστίμου ∙
vα προειδοποιήσει ή vα επιπλήξει τo δικηγόρo∙ να εκδώσει διαταγή ως προς την καταβολή των εξόδων της διαδικασίας ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου, όπως κρίνει σκόπιμο.